10 ΙΟΥΛΙΟΥ 2019 / Ολοκληρώνονται οι Δέκα Εβδομάδες Δωρεάν Παραστάσεων του Έργου Αντιγόνη του Φέργκιουσον στο Μπρούκλιν

Όπως φανερώνει το όνομά του, το Theater of War έχει την ικανότητα να χρησιμοποιεί λέξεις, των οποίων το νόημα θεωρούμε ότι γνωρίζουμε ―ή λέξεις που θεωρούμε δεδομένες, χωρίς να τις πολυσκεφτόμαστε― και να μας κάνει να προσδιορίσουμε εκ νέου τη σημασία τους.

Το έργο Αντιγόνη του Φέργκιουσον αντλεί έμπνευση από την τραγωδία του Σοφοκλή, του 5ου αιώνα π.Χ., προκειμένου να ανοίξει τον διάλογο σχετικά με τον ρατσισμό και τη δικαιοσύνη, με αφορμή τον θάνατο του Michael Brown το 2014, στο προάστιο Φέργκιουσον του St. Louis.

Αυτό το καλοκαίρι, οι δωρεάν παραστάσεις του έργου Αντιγόνη του Φέργκιουσον, παρουσιάστηκαν για δέκα εβδομάδες στη σκηνή του St. Ann & Holy Trinity Church στο Μπρούκλιν, με την αποκλειστική υποστήριξη του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος (ΙΣΝ). Με την ευκαιρία της ολοκλήρωσης των δωρεάν παραστάσεων, θέσαμε στον Καλλιτεχνικό Διευθυντή του Theater of War, Bryan Doerries, κάποιες ερωτήσεις.

ΕΡ:Η Αντιγόνη του Φέργκιουσον έχει παρουσιαστεί πολλές φορές, μεταξύ άλλων και πέρσι, μέσω μίας σειράς δωρεάν παραστάσεων διάρκειας πέντε εβδομάδων στο Harlem Stage. Υπάρχουν πράγματα που συνεχίζουν να σας εκπλήσσουν ως προς τον τρόπο που το κοινό ανταποκρίνεται και συνδέεται με το έργο;

Bryan Doerries: Δουλεύουμε πολύ σκληρά προκειμένου να επιλέξουμε και να συγκεντρώσουμε πολυσυλλεκτικό κοινό που να το αγγίζει άμεσα το θέμα του έργου. Ως εκ τούτου, πιστεύουμε ότι, ανεξάρτητα από το πόσες φορές ανέβει η παράσταση, το κοινό θα γνωρίζει πάντα περισσότερα από εμάς, έχει πάντα καινούργια πράγματα να πει, μοιράζεται νέες απόψεις και εκφράζει με διαφορετικούς τρόπους τις ιδέες και τα συναισθήματά του. Στη σκηνή εκτυλίσσεται κάθε βράδυ μία παράσταση, η οποία αλλάζει συνεχώς. Ωστόσο, κατά κάποιο τρόπο το έργο Αντιγόνη είναι απλώς μία πρόβα της παράστασης, η οποία πραγματοποιείται όταν μέλη από το κοινό σηκώνονται, κατά τη διάρκεια της συζήτησης, και παίρνουν το ρίσκο να μοιραστούν τις αλήθειες και τις απόψεις τους, πολλές φορές για πρώτη φορά δημόσια. Αυτή η πράξη, και το θάρρος που προϋποθέτει, ξεσηκώνει και κρατά το έργο φρέσκο και απρόβλεπτο. Κάθε βράδυ, κάθε παράσταση είναι διαφορετική.


ΕΡ: Πώς έχει εξελιχθεί η Αντιγόνη του Φέργκιουσον από τις πρώτες παραστάσεις;

BD: Όταν ξεκινήσαμε να σχεδιάζουμε την Αντιγόνη του Φέργκιουσον, η κεντρική ιδέα ήταν να δημιουργήσουμε μία χορωδία που δεν θα έλεγε πράγματα ήδη γνωστά, που θα περιλάμβανε ακτιβιστές, αστυνομικούς, δασκάλους και φίλους και φίλες του Michael Brown, ενεργούς πολίτες, και θρησκευόμενους. Στην αρχή συνεργαστήκαμε κυρίως με καταξιωμένους ηθοποιούς στους βασικούς ρόλους του έργου, απίστευτους ερμηνευτές όπως η Samira Wiley, ο Reg E. Cathey, ο Paul Giamatti, η Tamara Tunie και η Kathryn Erbe. Τα τελευταία χρόνια, και καθώς το έργο εξελίσσεται, έχουμε εντάξει τη χορωδία στις σκηνές από την Αντιγόνη. Με αυτόν τον τρόπο, δημιουργήσαμε έναν χορό αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, από τον οποίο οι ηθοποιοί βγαίνουν για να υποδυθούν τον ρόλο τους και επιστρέφουν για να συμμετάσχουν στον χορό. Οι ηθοποιοί αποτελούν έναν συνδυασμό επαγγελματιών και απλών ανθρώπων. Ως επί το πλείστον, έχουν αποστηθίσει τους ρόλους τους και όλοι γνωρίζουν τη μουσική. Τον ρόλο του Τειρεσία τον ερμηνεύει ο Αιδεσιμότατος Willie Woodmore. Την Αντιγόνη υποδύεται τώρα μια 18χρονη τραγουδίστρια, η Diamond Jones, η οποία δεν είχε ξαναπαίξει στο θέατρο πριν από αυτές τις 10 εβδομάδες παραστάσεων στο Μπρούκλιν.


ΕΡ: Τι αντίκτυπο είχε στους ερμηνευτές και στο κοινό το ανέβασμα της παράστασης Αντιγόνη του Φέργκιουσον στον ναό St. Ann & The Holy Trinity;

BD: Παρουσιάζοντας την Αντιγόνη του Φέργκιουσον σε έναν ναό, καταφέραμε να δημιουργήσουμε ένα φιλόξενο περιβάλλον, που δεν είναι εύκολα εφικτό σε καθιερωμένους πολιτιστικούς χώρους. Καταργήσαμε το ταμείο και οι πόρτες της εκκλησίας παραμένουν ανοιχτές καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης, κι έτσι οι περαστικοί περνούν μέσα, ακόμα και μόνο για τη συζήτηση. Δεν υπάρχουν υπεύθυνοι με λίστες και ενδοεπικοινωνίες που θα οδηγήσουν το κοινό στα καθίσματά του. Υπάρχει μόνο προσωπικό στην είσοδο του θεάτρου με μοναδικό σκοπό να καλωσορίσει τον κόσμο, να του μιλήσει, να τον κατατοπίσει και να τον κάνει να αισθανθεί ευπρόσδεκτος. Αυτό ανατρέπει τα δεδομένα στον χώρο μας, και έχει άμεσο αντίκτυπο ως προς τον τρόπο που αντιλαμβάνεται το κοινό την παράσταση και κατ’ επέκταση συμμετέχει στη συζήτηση. Δημιούργησε επίσης τις κατάλληλες συνθήκες, ώστε οι ηθοποιοί και τραγουδιστές να μπορούν να έρθουν σε πιο άμεση επαφή με το κοινό, καταργώντας τα όρια μεταξύ τους.


ΕΡ: Εκτός από σκηνοθέτης, είσαστε και μεταφραστής κλασικών έργων, όπως της Αντιγόνης του Σοφοκλή, στην οποία βασίζονται οι παραστάσεις του Theater of War. Πώς διατηρείτε την ισορροπία ανάμεσα στην πιστότητα στο πρωτότυπο κείμενο και στους στόχους των παραγωγών σας;

BD: Ένα θεατρικό έργο πρέπει να νοείται ως αποτύπωμα μίας συναισθηματικής εμπειρίας, και όχι μόνο ως λογοτεχνικό έργο. Ξεκινώ όλες τις μεταφράσεις μου από το αρχαίο κείμενο, ωστόσο το βασικό ερώτημα που θέτω πάντα ως μεταφραστής είναι: Για ποιον λέμε την ιστορία; Αυτό επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τις αποφάσεις μου ως προς τις λέξεις, το ύφος, τις εκφράσεις και τη γλώσσα που χρησιμοποιώ. Στόχος μου είναι να μεταφέρω το πνεύμα του πρωτότυπου κειμένου μέσω της επιλογής της γλώσσας που μιλάει απευθείας στο κοινό που έχω κατά νου.


ΕΡ: Το Theater of War εναντιώνεται στην άποψη ότι τα κλασικά έργα δεν μας αφορούν πια ή ότι αποτελούν αντικείμενο ενασχόλησης μόνο για ακαδημαϊκούς. Άραγε υπάρχουν όρια ως προς την έκταση της απήχησης που μπορεί να έχει ένα δημόσιο θέατρο που βασίζεται στην αρχαία τραγωδία;

BD: Το ερώτημα που βρίσκεται στο επίκεντρο της δουλειάς μας είναι το εξής: Ποιου είναι αυτές οι ιστορίες; Ποιος έχει το δικαίωμα να μιλάει για αυτές; Όσοι από εμάς είχαμε το προνόμιο να τις μελετήσουμε στο σχολείο; Ή μήπως άνθρωποι που γνωρίζουν τις ιστορίες από προσωπική εμπειρία, χωρίς να έχουν έρθουν σε επαφή ποτέ μαζί τους; Η πεποίθησή μας είναι ότι εάν κάποιος έχει αισθανθεί την ανθρώπινη δυστυχία, τόσο περισσότερα μπορεί να μας διδάξει για το θέμα που πραγματεύεται ένα αρχαίο κείμενο και όλα όσα θα μπορούσε να συμβολίζει σήμερα. Οι παραστάσεις μας ανεβαίνουν σε φυλακές, σε καταφύγια αστέγων, σε εργατικές πολυκατοικίες, σε θεραπευτικές κοινότητες, σε δημόσια σχολεία, σε νοσοκομεία, σε ξενώνες φιλοξενίας ασθενών σε τελικό στάδιο, και σε δημόσιες πλατείες. Σύμφωνα με το δικό μας μοντέλο συμμετοχής του κοινού, αυτοί που συνήθως προσκαλούνται τελευταίοι είναι αυτοί που εμείς βάζουμε πρώτους σε προτεραιότητα. Και από αυτήν την άποψη, δεν υπάρχει όριο ως προς το εύρος του κοινού που μπορεί να συμμετάσχει στις αρχαίες ιστορίες και να τους προσδώσει έναν νέο αέρα.

ΕΡ: Υπάρχει κάποιο κλασικό κείμενο που το Theater of War να μην έχει ανεβάσει, ωστόσο εσείς θα προτείνατε ως ανάγνωσμα στον κόσμο;

Το νεότερο έργο μας βασίζεται στις Ικέτιδες του Αισχύλου, στο οποίο πενήντα περίπου Δαναΐδες ζητούν άσυλο στο αρχαίο Άργος προκειμένου να μην αναγκαστούν να παντρευτούν τα ξαδέλφια τους. Το έργο εκτυλίσσεται σε γραμμή συνόρων και σκοπεύουμε και εμείς με τη σειρά μας να το παρουσιάσουμε σε συνοριακές γραμμές σε όλο τον κόσμο. Το βασικό θέμα του έργου είναι ότι οι ικέτιδες που ζητούν άσυλο σε σύνορα είναι ιερές και ως τέτοιες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται. Δεν θα μπορούσα να σκεφτώ ένα πιο συναφές ή σημαντικό κείμενο από τον αρχαίο κόσμο για να διαβάσουμε και να ξαναδούμε με άλλα μάτια σήμερα.